Μύθοι και παραδόσεις

Μύθοι και παραδόσεις

Τα Καλάβρυτα είναι γεμάτα από γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της χώρας, αλλά και από πληθώρα μύθων, που αποδεικνύουν την κατοίκηση της περιοχής από πολύ νωρίς. Οι μύθοι, οι θρύλοι και η πλούσια ιστορία του τόπου μάς εντυπωσιάζουν ακόμα και εμπνέουν ερευνητές και λαογράφους. Από τη Νεραϊδοράχη ως τα μυθικά Ύδατα της Στυγός και από τα Σπήλαια των Λιμνών ως τα αγέρωχα βουνά των Καλαβρύτων, άπειρα είναι τα σημεία που πρωταγωνιστούν σε κάποια μυθική ιστορία και σε καλούν να τα γνωρίσεις και να θαυμάσεις την ομορφιά τους.


Μελάμπους, ο αρχαιότερος ιατρός

Στην ελληνική μυθολογία ο Μελάμποδας ή Μελάμπους ήταν Έλληνας μάντης, γενάρχης ολόκληρου «μαντικού γένους», των Μελαμποδιδών και περίφημος ψυχοθεραπευτής. Σύμφωνα με τον μύθο, ο Μελάμπους θεράπευσε από τη μανία τις κόρες του βασιλιά της Τίρυνθας, Προίτου, τις Προιτίδες. Η Λυσίππη, η Ιφινόη και η Ιφιάνασσα έκαναν το λάθος να περηφανευτούν ότι το παλάτι τους ήταν πιο όμορφο από αυτό της Ήρας (ή περιγέλασαν το ξόανο της θεάς), και προκάλεσαν την οργή της, με αποτέλεσμα να τις κυριεύσει δαιμονική τρέλα (μανία). Ο Μελάμποδας αφού τις κυνήγησε, τις οδήγησε στους Λουσσούς όπου με τελετές και εξαγνισμούς τις θεράπευσε (εκτός από την Ιφινόη, που πέθανε). Μετά από αυτό, ο Προίτος πάντρεψε την Ιφιάνασσα με τον Μελάμποδα και τη Λυσίππη με τον αδελφό του Μελάμποδα, τον Βίαντα.


Ο έρωτας του Δία με την Καλλιστώ

Η Καλλιστώ ήταν η μοναχοκόρη του βασιλιά της Αρκαδίας Λυκάονα, γιου του Πελάσγου και το όνομά της προέρχεται από τη λέξη κάλλος, που σημαίνει ομορφιά (Καλλίστη=ωραιοτάτη). Η Καλλιστώ ανήκε στις Νύμφες, συνοδούς της θεάς Άρτεμις, που είχαν ορκιστεί αιώνια παρθενική ζωή. Την ερωτεύτηκε, όμως, ο Δίας και κατάφερε να την αποπλανήσει. Η Άρτεμις έμαθε τι είχε συμβεί και έδιωξε την Καλλιστώ από κοντά της, αλλά ο Δίας τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε αρκούδα. Ο μύθος λέει πως η Άρτεμη την βρήκε και τη σκότωσε με το τόξο της, μα πάλι ο Δίας έσπευσε να τη βοηθήσει και έκανε την Καλλιστώ αστερισμό, τη γνωστή σε όλους Μεγάλη Άρκτο. Καρπός του έρωτα της Καλλιστούς με τον Δία ήταν ο Αρκάς, γενάρχης των Αρκάδων, τον οποίο μεγάλωσε η Μαία. Ο Αρκάς είχε γιο τον Αζάνα (από τον οποίο πήρε το όνομά της η Αρκαδική Αζανία), του οποίου γιος και διάδοχος ήταν ο Κλείτωρ, που ίδρυσε και την ομώνυμη πόλη.


Ο έρωτας του Απόλλωνα με τη Δάφνη

Η Δάφνη ήταν μία από τις νύμφες που βρίσκονταν στο πλευρό της θεάς Άρτεμις και ήταν κόρη του ποταμού Λάδωνα (ή κατ’ άλλους του Πηνειού) και της Γαίας. Ο θεός Απόλλωνας την ερωτεύτηκε παράφορα και άρχισε να την κυνηγά. Αποκαμωμένη η Δάφνη από ένα τέτοιο κυνηγητό του θεού στο δάσος, παρακάλεσε τον πατέρα και τη μητέρα της να τη βοηθήσουν, κι έτσι, όταν ο Απόλλωνας την έφτασε και προσπάθησε να την πάρει αγκαλιά, εκείνη μεταμορφώθηκε σε δέντρο που φυτρώνει σε όχθες ποταμών, τη γνωστή «δάφνη». Τα πόδια της ρίζωσαν, τα χέρια της έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα που μοσχοβολούν. Απαρηγόρητος τότε ο Απόλλωνας που έχασε την αγαπημένη του, έκοψε μερικά κλαδιά από το δέντρο, τα έπλεξε στεφάνι και την ονόμασε το ιερό του φυτό, σε ανάμνηση της αγάπης που έτρεφε για τη Δάφνη (καθιερώνοντας την απονομή στεφανιού από δάφνη για τους νικητές των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων).


Ο έρωτας του Πάνα με τη Σύριγγα

Ο θεός Πάνας αγαπούσε ιδιαίτερα τη μουσική και θεωρείται εφευρέτης του ποιμενικού αυλού, ή αλλιώς της σύριγγας, του «αυλού του Πάνα». Το πώς προέκυψε αυτό το μουσικό όργανο αποκαλύπτει ο μύθος για τον ερωτά του με τη νύμφη Σύριγγα. Ο Πάνας τριγυρνούσε συχνά στην περιοχή του Λάδωνα και μια μέρα συνάντησε εκεί την Σύριγγα, την ερωτεύτηκε και άρχισε να την πολιορκεί. Εκείνη δεν ενέδιδε στον έρωτά του και προσπαθώντας να του ξεφύγει, έφτασε στις όχθες του ποταμού Λάδωνα, παρακαλώντας τον να τη βοηθήσει. Εκείνος τη λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε καλαμιά. Ο Πάνας απογοητευμένος έκοψε μερικά καλάμια ανόμοιου μεγέθους, τα ένωσε μεταξύ τους με κερί και σχημάτισε το δικό του χαρακτηριστικό, σε μορφή και ήχο, μουσικό όργανο που ονομάστηκε σύριγγα, προς τιμήν της νύμφης.


Ο Ηρακλής και ο Ερυμάνθιος Κάπρος

Ο Ερυμάνθιος Κάπρος, ήταν ένας τεράστιος αγριόχοιρος που ζούσε στις πλαγιές του Ερύμανθου κι εφορμούσε στην περιοχή της Ψωφίδος και του Λασιώνα στην Πελοπόννησο, τρομοκρατούσε τους κατοίκους κατασπαράζοντας τα ζωντανά τους και καταστρέφοντας τις σοδειές τους. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας και των Μυκηνών Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή έναν -κατά τη γνώμη του- ακατόρθωτο άθλο: να πιάσει αυτό το ζώο και να του το φέρει ζωντανό. Ο Ηρακλής τα κατάφερε, καταδιώκοντας και παγιδεύοντας τον κάπρο στο Φαράγγι της Φολόης, σε ένα γεφύρι που είχε φράξει με δίχτυ. Εκεί το έδεσε και το μετέφερε στους ώμους του ζωντανό στις Μυκήνες. Όταν το είδε ο Ευρυσθέας κρύφτηκε από το φόβο του σε ένα χάλκινο πιθάρι, χωμένο κάτω από τη γη. Ο Ηρακλής έστειλε τα δόντια του αγριόχοιρου στο Ναό του Απόλλωνος της Κύμης, ως ανάθημα.


Η Ωκεανίδα Στύγα

Η Στύγα ήταν Ωκεανίδα, κόρη του Ωκεανού και της Τιθύος. Το παλάτι της βρισκόταν στα Τάρταρα, μακριά από τους άλλους θεούς που δεν την συμπαθούσαν και από εκεί πιστευόταν ότι πηγάζει ο ποταμός που διέρρεε τον Κάτω Κόσμο. Ο μόνος από του θεούς που τη συμπαθούσε ήταν ο Δίας και γι’αυτό στην Τιτανομαχία, όταν αυτός πολέμησε τον πατέρα του, τον Κρόνο, η Στύγα ήταν με το μέρος του.

Επίσης ο Δίας αποφάσισε στα φοβερά νερά της να δίνουν τον μεγαλύτερο και πιο ιερό όρκο όλοι οι θεοί, ακόμη και ο Ήλιος, και εκεί να εκτίουν την ποινή τους όποιοι απ’αυτούς τιμωρούνταν.

Στα ύδατα της Στυγός, η Νηρηίδα Θέτιδα βάφτισε τον γιό της, Αχιλλέα κι έγινε αθάνατος, εκτός από τη φτέρνα του, το μόνο τρωτό σημείο πάνω του, αφού από εκεί τον κρατούσε.

Ακόμη, σύμφωνα με τον μύθο η θεά Δήμητρα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τον Ποσειδώνα, μεταμορφώθηκε σε φοράδα και αφού απογοητεύτηκε από το είδωλό της μέσα στα νερά της Στύγας, τα καταράστηκε να μαυρίσουν.

Τέλος, τα ύδατα στης Στυγός προκαλούσαν τον θάνατο σε ζώα και ανθρώπους και κατέστρεφαν κάθε υλικό εκτός μόνο από τον χρυσό και τις οπλές αλόγων. Η μοναδική θεότητα που μπορούσε να προσεγγίσει άφοβα τη Στύγα και να μεταφέρει μηνύματα του Δία ήταν η Ίριδα, η φτερωτή αγγελιοφόρος του.


Ο Ηρακλής και η Κερανύτις Έλαφος

Η θεά Άρτεμις αγαπούσε από μικρή τις κυνηγετικές εξορμήσεις, και σε μία από αυτές στον Παρνασσό, αντάμωσε μέσα στο δάσος πέντε όμορφες ελαφίνες με χρυσά κέρατα και χάλκινες οπλές. Μαγεύτηκε από την ομορφιά και την περηφάνια των ζωών και θέλοντας να τα αποκτήσει, κατάφερε και έζεψε στο άρμα της τις τέσσερις από αυτές. Η πέμπτη, όμως, ξέφυγε, πέρασε τον ποταμό Κελάδωνα και έφτασε στο όρος της Κερύνειας, στα όρια της επαρχίας Καλαβρύτων. Η Άρτεμη θαύμασε το ελεύθερο πνεύμα της ελαφίνας και την έθεσε υπό την προστασία της.

Αυτό το ιερό ζώο ζήτησε και ο Ευρυσθέας από τον Ηρακλή να του φέρει ζωντανό, ελπίζοντας φυσικά ότι θα αποτύγχανε, καθώς είτε το ελάφι θα τον θανάτωνε, είτε η προστάτιδά του θεά Άρτεμη θα τον τιμωρούσε που το κυνήγησε. Ένα ολόκληρο χρόνο το κυνηγούσε ο Ηρακλής στα βουνά και στα δάση, ξέροντας ότι δεν μπορούσε να το προλάβει στο τρέξιμο, κι έτσι αποφάσισε να το εξαντλήσει. Καταλήγοντας στις όχθες του ποταμού Λάδωνα, το ελάφι σταμάτησε να πιει νερό κι ο Ηρακλής το πρόφτασε. Η Άρτεμις εξοργίστηκε με την πράξη του Ηρακλή, μα εκείνος της υποσχέθηκε πως, αφού ολοκλήρωνε την αποστολή του, θα της επέστρεφε το ελάφι κι έτσι εκείνη ησύχασε. Όταν παρουσίασε στον Ευρυσθέα την εντυπωσιακή ελαφίνα εκείνος άπλωσε το χέρι του να την αγγίξει, μα εκείνη του ξέφυγε και έτρεξε στην θεά Άρτεμη.

Αρχαιολογικοί χώροι

Κάθε πέτρα μαρτυρά τα μυστικά των αιώνων…

περισσότερα

Sign In